ἑλξίνη

ἑλξίνη [ῑ], , ([etym.] ἕλκω)
A pellitory, Parietaria officinalis, Dsc.4.85, Apollon.Mir.30.
II bindweed, Convolvulus arvensis, Dsc.4.39.
III = μῖλαξ τραχεῖα, Ps.-Dsc.4.142.
IV ἑ. μείζων, = περικλύμενον, ib.14.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλξίνη — pellitory fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλξίνῃ — ἑλξίνη pellitory fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελξίνη — η (AM ἑλξίνη) ποώδες φυτό τής οικογένειας τών ουρτικιδών, το περδικάκι …   Dictionary of Greek

  • ἑλξίνην — ἑλξίνη pellitory fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλξίνης — ἑλξίνη pellitory fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καννοχερσαία — καννοχερσαία, ἡ (Α) βοτ. η πόα ελξίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάννα «καλάμι» + χερσαία (< χέρσος)] …   Dictionary of Greek

  • κλύβατις — κλύβατις, ἡ (Α) το φυτό ελξίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

  • μελάμπελος — μελάμπελος, ἡ (Α) (στον Διοσκουρίδη) επίθετο τού φυτού ελξίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας + ἄμπελος] …   Dictionary of Greek

  • οισύα — οἰσύα, ἡ (ΑΜ) μσν. το φυτό ιτιά αρχ. 1. το φυτό λυγαριά 2. φρ. «οἰσύα ἡ ἀγρία» το φυτό ελξίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. οίσος] …   Dictionary of Greek

  • περδίκι — Ημιορεινός οικισμός (κάτ., υψόμ. 440 μ.), στην πρώην επαρχία Ικαρίας του νομού Σάμου. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (28 τ. χλμ., κάτ.), στην οποία ανήκουν άλλοι τέσσερις μικρότεροι οικισμοί, το Πλουμάρι (κάτ., υψόμ. 340 μ.), το Κιόνιο (κάτ …   Dictionary of Greek

  • περδίκιος — ἡ, Α [πέρδιξ, ικος] (κατά τον Ησύχ.) (ενν. βοτάνη) το φυτό ελξίνη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.